μαχαίριον

μαχαίριον
μαχαίριον
surgeon's
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μαχαιρίοις — μαχαίριον surgeon s neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαιρίοισι — μαχαίριον surgeon s neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαιρίου — μαχαίριον surgeon s neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαιρίων — μαχαίριον surgeon s neut gen pl μαχαιρίων masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαιρίῳ — μαχαίριον surgeon s neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαίρια — μαχαίριον surgeon s neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαίρι — Κοπτικό εργαλείο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα. Η κατασκευή των μ. ποικίλει, ωστόσο η λεπίδα τους κατασκευάζεται από σίδερο ή ατσάλι, ενώ η λαβή είτε από το ίδιο μέταλλο (όπως στα τραπεζομάχαιρα), οπότε αποτελεί ενιαίο κομμάτι με τη λεπίδα,… …   Dictionary of Greek

  • PRAEDUCTAL seu PRAEDUCTALE — Graece παράγραφος, a praeducendis lineis, dictum est plumbum vel stilus, quô in membrana lincae praeducebantur, ad dirigendam scripturam. Vetus Grammaticus, c. de ferreis instrumentis, Σκαλὶς, sarculum; γ῾πήτιον, subla; Σμίλιον, scalpellum;… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μαχαιρομάνικον — μαχαιρομάνικον, τὸ (Μ) λαβή μαχαιριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαχαίριον + μανίκι] …   Dictionary of Greek

  • σκολοπομαχαίριον — τὸ, ΜΑ είδος μαχαιριδίου με οξύληκτο άκρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκόλοψ, οπος + μαχαίριον (< μάχαιρα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”